English - Greek - a bee in his bonnet
κάτι πού τον ενοχλεί
ουσ. μέλισσα
πρόθ. εν, εις, σε, εντός, μέσα
αντων. αυτού, του, δικός του, ιδικός του
ουσ. γυναικείο καπελλάκι, κάπο


Share this page
Dictionary Extension