English - Greek - do not be late
επιφ. μην αργείτε
ρήμ. κάμνω, κάνω, πράττω, ποιώ, εκτελώ
ουσ. υποδοχή, ντο
επίρ. δεν, όχι, μη
ρήμ. είναι, γίνομαι, υπάρχω
επίθ. καθυστερημένος, αργός, βραδύνων, πρόσφατος, πρώην, μακαρίτης
επίρ. αργά


Share this page
Dictionary Extension