Dictionary    

  search in dictionary
Keyboard Preferences  
Greek English - Greek - aborigines
ουσ. αυτοχθόνες της αυστραλίας, ιθαγενείς της αυστραλίας, αβοριγίνες, ιθαγενείς, αυτοχθόνες, ιθαγενή φυτά και ζώα



Dictionarist.com


Home | Language options | Tools | Add to your site | Contact us | FAQ | About us


©2011 dictionarist.com