affix in Greek and example sentences

affix in Greek

Pronunciation
ουσ. πρόσφυμα
ρήμ. επισυνάπτω, επικολλώ

Example Sentences

We have made a number of proposals asking the Commission to allow simpler labels to be affixed to textile products.
Έχουμε υποβάλει σειρά προτάσεων ζητώντας από την Επιτροπή να επιτραπεί η τοποθέτηση απλούστερων σημάνσεων στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It certifies that the product is safe, and it must be affixed equally to an iron costing only EUR 5 and to one that costs EUR 50.
Πιστοποιεί ότι το προϊόν είναι ασφαλές, και πρέπει να τοποθετείται τόσο σε ένα σίδερο σιδερώματος που κοστίζει μόλις 5 ευρώ όσο και σε ένα που κοστίζει 50.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The procedures for affixing the CE mark meet with no great objections.
Οι διαδικασίες για την επίθεση του σήματος CE δεν συναντούν ιδιαίτερες αντιρρήσεις.
pronunciation pronunciation pronunciation err
On a personal note, I am sorry that we have not yet entirely resolved the problem of affixing national marks.
Σε πιο προσωπικό επίπεδο, λυπούμαι που δεν έχουμε ακόμα επιλύσει το πρόβλημα της επίθεσης εθνικών σημάτων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This means it has too often been affixed willy-nilly and used improperly.
Αυτό σημαίνει ότι συχνά τοποθετείται ανεξέλεγκτα και χρησιμοποιείται με ακατάλληλο τρόπο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The second proposal from the Council concerns a joint action for a uniform format for forms for affixing visas.
Η δεύτερη πρόταση του Συμβουλίου αφορά την κοινή δράση για έναν ενιαίο τύπο φύλλου επί του οποίου είναι δυνατόν να τεθεί θεώρηση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Share this page
Dictionary Extension
Synonyms for affix
1. attach: connect, join, stick on, bind, staple, tack, hook
2. add-on: appendage, addition, suffix, appendix, tag, tab
3. append: add, annex
Verb forms for affix
Present participle: affixing
Present: affix (3.person: affixes)
Past: affixed
Future: will affix
Present conditional: would affix
Present Perfect: have affixed (3.person: has affixed)
Past Perfect: had affixed
Future Perfect: will have affixed
Past conditional: would have affixed