authorise in Greek and example sentences

authorise in Greek

Pronunciation
[authorise (Brit.) ] ρήμ. εξουσιοδοτώ, εγκρίνω

Example Sentences

However, I have been authorised by the college to move forward on this.
Ωστόσο, έχω την έγκριση του Σώματος των Επιτρόπων να προχωρήσω σε αυτό το θέμα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
If these traces are not from an EU-authorised variety, the cargo is not allowed to unload.
Αν αυτά τα ίχνη δεν ανήκουν σε μια ποικιλία εγκεκριμένη από την ΕΕ, δεν επιτρέπεται η εκφόρτωση του εμπορεύματος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In fact, this report makes it possible for Parliament to occupy itself with what the Treaties authorise it to do.
Μάλιστα, αυτή η έκθεση επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να ασχοληθεί με τα όσα του επιβάλλουν να πράττει οι Συνθήκες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Additives, enzymes and flavourings will be pre-authorised before being added to food.
Τα πρόσθετα, τα ένζυμα και τα αρτύματα θα εγκρίνονται πριν προστεθούν στα τρόφιμα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Appropriate documents for authorising businesses at home will be accepted.
Οι υποχρεωτικές πληροφορίες μπορούν επίσης να παρέχονται ηλεκτρονικά.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We should be making a brief and concise proposal for changes so that we are not involved in authorising transitional rules until 2013.
Θα πρέπει να υποβάλουμε μια σύντομη και περιεκτική πρόταση για την πραγματοποίηση αλλαγών, έτσι ώστε να μην εμπλακούμε στην έγκριση μεταβατικών κανόνων έως το 2013.
pronunciation pronunciation pronunciation err
To say that there was an international decision on Kosovo is a joke because the UN never authorised war against Serbia.
Είναι γελοίο να υποστηρίζεται ότι για το Κοσσυφοπέδιο ελήφθη μια διεθνής απόφαση, καθότι τα "νωμένα Έθνη δεν ενέκριναν ποτέ τον πόλεμο κατά της Σερβίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
From the outset, one critical point was Article 14 on authorised economic operators, about which Mrs Fourtou has spoken.
Εξαρχής, ένα κρίσιμο σημείο ήταν το άρθρο 14 σχετικά με τους εγκεκριμένους οικονομικούς φορείς, στους οποίους αναφέρθηκε η κ. Fourtou.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The aim of REACH is to ensure that manufacturers and importers register, classify and authorize chemicals.
Σκοπός του REACH είναι να διασφαλίσει ότι παρασκευαστές και εισαγωγείς καταχωρούν, ταξινομούν και εγκρίνουν χημικές ουσίες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
For example, French midwives are authorised to write prescriptions and are trained for that, which is not the case in other countries.
Για παράδειγμα, οι γαλλίδες μαίες έχουν το δικαίωμα συνταγογράφησης και έχουν λάβει τη σχετική κατάρτιση, πράγμα που δεν ισχύει σε άλλες χώρες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The UN Security Council authorised sanctions against four major perpetrators of atrocities, but nothing happened.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο"Ε επέβαλε κυρώσεις σε τέσσερις δράστες θηριωδιών, αλλά δεν έγινε τίποτα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Commission is about to launch a request to the Council for a mandate to be authorised to negotiate this draft recommendation.
Επιτροπή πρόκειται να ζητήσει από το Συμβούλιο εντολή που θα την εξουσιοδοτήσει να διαπραγματευτεί αυτό το σχέδιο σύστασης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Such aid can only be authorised if the general conditions - which I have just touched upon - are fulfilled.
Μια τέτοια ενίσχυση μπορεί να εγκριθεί μόνο αν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις - τις οποίες ανέφερα εν συντομία μόλις τώρα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Member States authorise providers to follow the activities of individuals on the Internet.
Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τους παρόχους να παρακολουθούν τις διαδικτυακές δραστηριότητες των χρηστών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Often, however, the nearest authorised repair garage is hundreds of miles away.
Ωστόσο, πολλές φορές το κοντινότερο εξουσιοδοτημένο συνεργείο βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We also wondered about the possibility of authorising transitional areas of exceedance.
Επίσης αναρωτηθήκαμε για την πιθανότητα άδειας μεταβατικών χώρων υπέρβασης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It would mean authorising or inventing a wine derivative, at a time when we are fighting financial derivatives.
Αυτό θα σήμαινε ότι εγκρίνουμε ή επινοούμε ένα παράγωγο κρασιού, τη στιγμή που καταπολεμούμε τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
With the reform, the Commission gained competence to authorise new oenological practices and shall base itself on the OIV's recommendations.
Χάρη στη μεταρρύθμιση, η Επιτροπή απέκτησε την αρμοδιότητα να εγκρίνει νέες οινολογικές πρακτικές βασιζόμενη στις συστάσεις του OIV.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is not acceptable for you to authorise, in this election period moreover, the blending of white wine and red wine.
Είναι απαράδεκτο να εγκρίνετε, και μάλιστα κατά την παρούσα προεκλογική περίοδο, την ανάμιξη λευκού και ερυθρού οίνου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Now you are authorising the blending of white wine and red wine with the designation of rosé wine.
Τώρα επιτρέπετε την ανάμιξη λευκού και ερυθρού οίνου με την ονομασία του ροζέ οίνου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for authorise
1. approve: legitimate, affirm, sanction, endorse, certify, back, legalise, legalize
2. allow: permit, entitle, empower, warrant, commission, license, ordain
Verb forms for authorise
Present participle: authorising
Present: authorise (3.person: authorises)
Past: authorised
Future: will authorise
Present conditional: would authorise
Present Perfect: have authorised (3.person: has authorised)
Past Perfect: had authorised
Future Perfect: will have authorised
Past conditional: would have authorised