boundless in Greek and example sentences

boundless in Greek

επίθ. απέραντος, απεριόριστος, ανεξάντλητος

Example Sentences

And the wonderful thing is that they can repay us many times over with their boundless dedication and appreciation.
Και το υπέροχο είναι ότι μπορούν να μας το ανταποδώσουν πολλές φορές με την απεριόριστη αφοσίωση και εκτίμησή τους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Obviously the whole area of new technologies is one that has presented us with many problems as well as boundless opportunities.
Προφανώς, όλος ο τομέας των νέων τεχνολογιών μας έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα καθώς και απεριόριστες ευκαιρίες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I come from a country whose land is rich and whose people have little hope, where the forest is boundless but hope is not.
Ζω εκεί όπου η γη είναι πιο πλούσια και οι άνθρωποι λιγότερο φιλόδοξοι, εκεί όπου το δάσος και η ελπίδα δεν έχουν τέλος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mr President, our Europe is a place of boundless idealism.
Κύριε Πρόεδρε, υπάρχει στην Ευρώπη μας τεράστιος ιδεαλισμός.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Whether or not it is very wise to reject this proposal, I leave to the wisdom of this House, in which I have boundless trust, of course.
Κατά πόσον είναι σοφό να απορριφθεί η πρόταση το εναποθέτω στη σοφία αυτού του Σώματος να το κρίνει, στην οποία βεβαίως έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
However, electronic commerce reaches far beyond the Union, in fact it is already boundless.
Όμως το ηλεκτρονικό εμπόριο ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Ένωσης και ήδη σήμερα δεν έχει σύνορα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for boundless
limitless: unlimited, infinite, eternal, indefinite, endless, immeasurable