capri in Greek

Pronunciation
ουσ. capri
Share this page
Dictionary Extension
Related Greek Translations
capric επίθ. καπριλικός
capric acid ουσ. καπριλικό οξύ
caprice ουσ. ιδιοτροπία, καπρίτσιο
capricious επίθ. ιδιότροπος, άστατος
capriciously (Lex**) ιδιότροπα
capriciousness Ουσ. ιδιοτροπία
Capricorn ουσ. αιγόκερως [ζώδιο]
capriole ουσ. αναπήδημα ίππου