capri in Greek

ουσ. capri
noun: an island (part of Campania) in the Bay of Naples in southern Italy; a tourist attraction noted for beautiful scenery
name: A surname (very rare: popularity rank in the U.S.: #74365)

Share this page
Related Greek Translations
capric επίθ. καπριλικός
capric acid ουσ. καπριλικό οξύ
caprice ουσ. ιδιοτροπία, καπρίτσιο
capricious επίθ. ιδιότροπος, άστατος
capriciously (Lex**) ιδιότροπα
capriciousness Ουσ. ιδιοτροπία
Capricorn ουσ. αιγόκερως [ζώδιο]
capriole ουσ. αναπήδημα ίππου