Dictionary    

  search in dictionary
Keyboard Preferences  
Greek English - Greek - capri
ουσ. capri
Related Greek Translations
capric: επίθ. καπριλικός
capric acid: ουσ. καπριλικό οξύ
caprice: ουσ. ιδιοτροπία, καπρίτσιο
capricious: επίθ. ιδιότροπος, άστατος
capriciously: (Lex**) ιδιότροπα
capriciousness: Ουσ. ιδιοτροπία
Capricorn: ουσ. αιγόκερως [ζώδιο]
capriole: ουσ. αναπήδημα ίππου



Dictionarist.com


Home | Language options | Tools | Add to your site | Contact us | FAQ | About us


©2011 dictionarist.com