compound in Greek and example sentences

compound in Greek

Pronunciation
ουσ. μίγμα, περίβολος, στρατόπεδο αιχμάλωτων πόλεμου, σύνθετο σώμα, χημική ένωση
ρήμ. μιγνύω, παρασκευάζω, συμβιβάζομαι, συμβιβάζω, αναμιγνύω, συνθέτω
επίθ. συμμιγής, σύνθετος

Example Sentences

Tobacco smoke is an environmental pollutant that contains over a hundred compounds that do harm to the health.
Ο καπνός του τσιγάρου είναι περιβαλλοντικά ρυπογόνος και εμπεριέχει πάνω από εκατό ενώσεις που είναι επιβλαβείς για την υγεία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This problem is compounded by illegal imports, unreported and unregulated fishing, as discussed at the last part-session.
Αυτό το πρόβλημα επιδεινώνεται από παράνομες εισαγωγές, την αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία, όπως συζητήσαμε στην προηγούμενη περίοδο συνόδου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Otherwise we will continue to have an even less common fisheries policy, compounding inequality and delivering more disaster for the sector.
Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να έχουμε μια ολοένα λιγότερο κοινή αλιευτική πολιτική, η οποία θα αυξάνει τις ανισότητες και θα προκαλεί μεγαλύτερη καταστροφή στον κλάδο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
There are already alternatives on the market that do not contain fluoro-organic compounds.
Διατίθενται ήδη στην αγορά εναλλακτικά προϊόντα που δεν περιέχουν φθοριωμένες οργανικές ενώσεις.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is now the turn of fluoro-organic compounds.
Τώρα είναι η σειρά των φθοριωμένων οργανικών ενώσεων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mercury and its compounds are not only toxic for humans: they also have very negative effects on wildlife and ecosystems.
Ο υδράργυρος και οι ενώσεις του δεν είναι τοξικά μόνο για τους ανθρώπους: έχουν επίσης πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην άγρια πανίδα και στα οικοσυστήματα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Our Government's should not be compounding that by forcibly returning people to Zimbabwe.
Οι κυβερνήσεις μας δεν θα πρέπει να πιστεύουν ότι εξαναγκαστικά θα επιστρέψουν τη Ζιμπάμπουε στον λαό της.
pronunciation pronunciation pronunciation err
These are significant losses, and they are compounded by serious problems in relation to infrastructure.
Πρόκειται για σημαντικές απώλειες, οι οποίες επαυξάνονται από σοβαρά προβλήματα στις υποδομές.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mr President, my group supports the rapporteur's call for clarity and transparency with regard to the circulation of compound feedingstuffs.
εξ ονόματος της Ομάδας PSE. - (DE) Κύριε Πρόεδρε, η Ομάδα μου υποστηρίζει την έκκληση του εισηγητή για σαφήνεια και διαφάνεια όσον αφορά την κυκλοφορία των σύνθετων ζωοτροφών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Therefore, we agree on the amendments and amendment proposal regarding the directive on the circulation of compound feedingstuffs.
Γι' αυτό συμφωνούμε με τις τροπολογίες και την εισήγηση τροποποίησης της οδηγίας περί κυκλοφορίας των σύνθετων ζωοτροφών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It causes zero emissions of carbon compounds and greenhouse gases.
Προκαλεί μηδενικές εκπομπές στοιχείων άνθρακα και αερίων του θερμοκηπίου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Petrol contains volatile organic compounds (VOCs) that evaporate inside the fuel tank, filling the empty space in the tank above the fuel.
Το πετρέλαιο περιέχει πτητικές οργανικές ενώσεις (VOC) οι οποίες εξατμίζονται στο εσωτερικό του δοχείου καυσίμων, γεμίζοντας τον κενό χώρο στο δοχείο πάνω από το καύσιμο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The level of social exclusion that Roma encounter in childhood is compounded as they grow into adults.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός που αντιμετωπίζουν οι Ρομά κατά την παιδική ηλικία επιδεινώνεται καθώς ενηλικιώνονται.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Reductions in social programmes and services would compound the problem for those who are experiencing an erosion in their purchasing power.
Οι περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα και υπηρεσίες θα επιδεινώσουν το πρόβλημα για όσους βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mr President, Commissioner, ladies and gentlemen, mercury and mercury compounds are highly toxic substances.
Εισηγητής. - Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, αγαπητοί συνάδελφοι, ο υδράργυρος και οι ενώσεις του είναι ισχυρές τοξικές ουσίες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
extension of this regulation to include products and mercury compounds,
επέκταση του κανονισμού προκειμένου να συμπεριλάβει προϊόντα και ενώσεις υδραργύρου,
pronunciation pronunciation pronunciation err
I am not in favour of the proposals to introduce a ban on the import of mercury and mercury compounds.
Δεν είμαι υπέρ των προτάσεων για τη θέσπιση μιας απαγόρευσης των εισαγωγών υδραργύρου και ενώσεων υδραργύρου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We need to get rid of mercury, but it is neither a highly contagious lethal virus nor a nerve gas compound which is deadly on near touch.
Πρέπει να απαλλαγούμε από τον υδράργυρο, αλλά δεν είναι ούτε άκρως μεταδοτικός θανατηφόρος ιός ούτε ένωση νευροτοξικού αερίου το οποίο είναι σχεδόν θανάσιμο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I am not sure whether storing mercury and its compounds in one place is the best solution.
Δεν είμαι βέβαιος εάν η αποθήκευση του υδραργύρου και των ενώσεών του σε ένα μέρος είναι η καλύτερη λύση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mercury and its compounds have a future in science and technology, as this regulation shows, and that is why we support it.
Ο υδράργυρος και οι ενώσεις του έχουν μέλλον στην επιστήμη και την τεχνολογία, όπως δείχνει η παρούσα οδηγία, και γι' αυτόν τον λόγο την υποστηρίζουμε.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for compound
1. aggregate: composite, mixture, preparation, synthesis, suspension, blend, combination
2. composite: intricate, complicated, complex, mixed, combined, difficult, involved
3. combine: complicate, confuse, coalesce, join, mix, unite, bond
4. intensify: make intricate, multiply, confound, complicate, exacerbate, augment
Verb forms for compound
Present participle: compounding
Present: compound (3.person: compounds)
Past: compounded
Future: will compound
Present conditional: would compound
Present Perfect: have compounded (3.person: has compounded)
Past Perfect: had compounded
Future Perfect: will have compounded
Past conditional: would have compounded