constitute in Greek and example sentences

constitute in Greek

Pronunciation
ρήμ. αποτελώ, διορίζω, συγκροτώ, συνιστώ, απαρτίζω, εκλέγω

Example Sentences

This has certainly been a major commitment and one that, I repeat, constitutes an effective response.
Αυτή υπήρξε οπωσδήποτε μία βασική δέσμευση, η οποία, επαναλαμβάνω, αποτελεί αποτελεσματική απόκριση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This is firstly because a sum of money does not constitute an anti-crisis measure if it is not drawn down in 2009-2010.
Αυτό ισχύει καταρχάς, επειδή ένα χρηματικό ποσό δεν αποτελεί μέτρο κατά της κρίσης εάν δεν εκταμιευθεί το 2009-2010.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This primarily affects Poles living in Lithuania, who constitute a sizeable national minority.
Αυτό επηρεάζει κυρίως τους Πολωνούς που ζουν στη Λιθουανία, οι οποίοι αποτελούν μια ευμεγέθη εθνική μειονότητα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
That does not constitute your compromise.
Αυτό δεν είναι ο συμβιβασμός σας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In Hungary there are 800 000 prefabricated flats, where heating constitutes 54% of the household running costs.
Στην Ουγγαρία, υπάρχουν 800 000 προκατασκευασμένα διαμερίσματα, όπου η θέρμανση συνιστά το 54% των λειτουργικών εξόδων του νοικοκυριού.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I call on my fellow Members to support this request, which constitutes significant evidence of transparency and internal democracy.
Ζητώ από τους συναδέλφους να υποστηρίξουν αυτό το αίτημα που αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό στοιχείο διαφάνειας και εσωτερικής δημοκρατίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Reconciling family life and work continues to constitute a major challenge, especially for women with small children.
Μεγάλη πρόκληση εξακολουθεί να αποτελεί η εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, κυρίως για τις γυναίκες με μικρά παιδιά.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is a matter of fact that these countries’ dictators constitute an obstacle to their economic development.
Είναι γεγονός ότι οι δικτάτορες αυτών των χωρών αποτελούν εμπόδιο στην οικονομική τους ανάπτυξη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This constitutes a functional barrier for people who do not speak any of these languages.
Έτσι δημιουργείται λειτουργικό φράγμα για τα άτομα που δεν γνωρίζουν καμία από αυτές τις γλώσσες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Clear labelling may constitute a competitive advantage for small-scale fisheries.
Η σαφής σήμανση μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την αλιεία μικρής κλίμακας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This constitutes support precisely for strengthening the rights of users and consumers.
Αυτό αποτελεί στήριξη ακριβώς για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των χρηστών και των καταναλωτών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I firmly believe that it is the Member States that should decide what constitutes a crime and what, if any, consequences it may have.
Έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίζουν τι αποτελεί εγκληματική δραστηριότητα και τι συνέπειες μπορεί να έχει, εάν υπάρχουν. "
pronunciation pronunciation pronunciation err
That is what would constitute a noble fight.
Αυτό θα συνιστούσε ευγενή μάχη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It should remember also to remind agriculturalists that the rural development funds do not constitute agriculturalists' own private money.
Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχάσει να θυμίσει στους γεωργούς ότι το Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης δεν συνιστά ατομικά χρήματα των γεωργών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Culture also constitutes a platform where nations can reach understanding and integrate.
Ο πολιτισμός αποτελεί επίσης πλατφόρμα όπου τα έθνη μπορούν να επιτύχουν την κατανόηση και την ολοκλήρωση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Our view has always been that development cooperation constitutes an important element of our relations with Cuba.
Πάντοτε πιστεύαμε ότι η συνεργασία για την ανάπτυξη αποτελεί σημαντικό στοιχείο των σχέσεών μας με την Κούβα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
They relate to situations and acts, including terrorism, that constitute a threat to peace and security.
Έχουν σχέση με καταστάσεις και ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, που απειλούν την ειρήνη και την ασφάλεια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The report constitutes the European version of the American propaganda which is targeting Syria and calling it an axis of evil country.
" έκθεση αποτελεί Ευρωπαϊκή έκδοση της αμερικανικής προπαγάνδας που στοχοποιεί τη Συρία και την ονομάζει χώρα -άξονα του κακού.
pronunciation pronunciation pronunciation err
A gas pipeline in the sensitive Baltic Sea constitutes a considerable threat to the environment.
Ένας αγωγός φυσικού αερίου στην ευάλωτη Βαλτική Θάλασσα αποτελεί σοβαρή απειλή για το περιβάλλον.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This should constitute the basis for an Arctic policy, which needs to be developed in a comprehensive manner.
Αυτή πρέπει να αποτελέσει τη βάση για μια πολιτική για την Αρκτική, η οποία πρέπει να αναπτυχθεί με συνολικό τρόπο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for constitute
1. found: establish, create, develop, organise, organize
2. empower: commission, appoint, authorise, authorize, delegate
3. draft: enact, decree, legislate, order
4. make up: compound, frame, compose, aggregate
Verb forms for constitute
Present participle: constituting
Present: constitute (3.person: constitutes)
Past: constituted
Future: will constitute
Present conditional: would constitute
Present Perfect: have constituted (3.person: has constituted)
Past Perfect: had constituted
Future Perfect: will have constituted
Past conditional: would have constituted