constitute in Greek and example sentences

constitute in Greek

Pronunciation
ρήμ. αποτελώ, διορίζω, συγκροτώ, συνιστώ, απαρτίζω, εκλέγω

Example Sentences

The European Parliament has the lowest threshold of almost any parliament for constituting groups.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει το κατώτερο όριο από κάθε σχεδόν κοινοβούλιο για τη συγκρότηση ομάδων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Every young person in prison constitutes a failure for any society.
Κάθε νέος άνθρωπος που βρίσκεται στη φυλακή συνιστά αποτυχία οποιασδήποτε κοινωνίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In Gaza these services constitute the only element of stability in an insecure environment.
Στη Γάζα, οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν το μοναδικό στοιχείο σταθερότητας σε ένα ασταθές περιβάλλον.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Worldwide, civilians constitute 98% of all recorded cluster bomb casualties.
Παγκοσμίως, οι άμαχοι αποτελούν το 98% όλων των καταγεγραμμένων θυμάτων βομβών διασποράς.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The targets for buildings with zero net energy consumption constitute a significant part of the reworked directive.
Οι στόχοι για κτίρια με μηδενική καθαρή κατανάλωση ενέργειας, αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της αναθεωρημένης οδηγίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The activities identified by this network constitute a very useful basis for the Commission's work.
Οι δραστηριότητες που καθορίζονται από το εν λόγω δίκτυο συνιστούν μια πολύ χρήσιμη βάση για το έργο της Επιτροπής.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The People programme constitutes both the mind and the body of the entire legislative corpus: mens sana in corpore sano.
Το πρόγραμμα "Άνθρωποι" αποτελεί ταυτοχρόνως τον νου και το σώμα όλου του νομοθετικού πλαισίου: νους υγιής εν σώματι υγιεί.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Women now constitute 50% of patients, which was not the case at the beginning of the epidemic.
Οι γυναίκες αποτελούν σήμερα το 50% των ασθενών, γεγονός που δεν συνέβαινε στην αρχή της επιδημίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Commission's replies say nothing specific about the communications which take place and whether this ultimately constitutes harassment.
Από τις απαντήσεις της Επιτροπής δεν προκύπτει τίποτε συγκεκριμένο σε ό,τι αφορά την επικοινωνία που γίνεται και ως προς το αν αυτό τελικά συνιστά παρενόχληση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Disabled people constitute one of the most vulnerable groups in society.
Οι ανάπηροι αποτελούν μία από τις πιο ευάλωτες ομάδες της κοινωνίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
But when they look at how it is organised and constituted today, they are not impressed with its organisation or its disposition.
Όταν όμως βλέπουν πώς είναι οργανωμένη και πώς λειτουργεί σήμερα, δεν εντυπωσιάζονται με την οργάνωση και τη μορφή της.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Ladies and gentlemen, all of these elements constitute a clear message on future investment for the development of low-carbon technologies.
Κυρίες και κύριοι, όλα αυτά τα στοιχεία συνιστούν ένα σαφές μήνυμα για τις μελλοντικές επενδύσεις για την ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Linear services, which constitute the first group, correspond to television broadcasting involving a chronological sequence of programmes.
Οι επιγραμμικές υπηρεσίες, οι οποίες συνθέτουν την πρώτη ομάδα, αντιστοιχούν στην εκπομπή τηλεοπτικού σήματος και περιλαμβάνουν τη χρονική διαδοχή προγραμμάτων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This experimental move will constitute the first stage in the establishment of a genuine global European strategy on globalisation.
Αυτό το δοκιμαστικό εγχείρημα θα αποτελέσει το πρώτο στάδιο για τη θέσπιση μιας πραγματικής, συνολικής, ευρωπαϊκής στρατηγικής για την παγκοσμιοποίηση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Whilst this constitutes an important step forward, there is also a downside, unfortunately.
Ενώ αυτό συνιστά σημαντικό βήμα προόδου, υπάρχει και μια υποχώρηση, δυστυχώς.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I voted against Resolution on Cuba because I believe it constitutes an act of interference that violates international law.
Καταψήφισα το ψήφισμα σχετικά με την Κούβα, διότι πιστεύω ότι συνιστά πράξη παρέμβασης που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Indeed, this area constitutes the subject of dedicated cooperation.
Άλλωστε, αυτός ο τομέας αποτελεί αντικείμενο στενής συνεργασίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In 2030 oil will still be the main primary source of energy in the EU and will constitute approximately 35% of all energy consumed.
Το 2030, το πετρέλαιο θα συνεχίζει να αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας στην ΕΕ και θα αποτελεί σχεδόν το 35% της ενέργειας που καταναλώνεται.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I am referring to the regional and national linguistic minorities that today constitute around 50 million people.
Αναφέρομαι στις περιφερειακές και εθνικές γλωσσικές μειονότητες οι οποίες περιλαμβάνουν σήμερα περίπου 50 εκατομμύρια άτομα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
That constitutes fundamental assent to the content of the constitutional treaty.
Αυτό αποτελεί μια βασική συναίνεση στο περιεχόμενο της Συνταγματικής Συνθήκης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for constitute
1. found: establish, create, develop, organise, organize
2. empower: commission, appoint, authorise, authorize, delegate
3. draft: enact, decree, legislate, order
4. make up: compound, frame, compose, aggregate
Verb forms for constitute
Present participle: constituting
Present: constitute (3.person: constitutes)
Past: constituted
Future: will constitute
Present conditional: would constitute
Present Perfect: have constituted (3.person: has constituted)
Past Perfect: had constituted
Future Perfect: will have constituted
Past conditional: would have constituted