constitute in Greek and example sentences

constitute in Greek

ρήμ. αποτελώ, διορίζω, συγκροτώ, συνιστώ, απαρτίζω, εκλέγω

Example Sentences

This constitutes a real test of maturity and it is fully supported by the EU.
Αυτό αποτελεί μια πραγματική δοκιμή ωριμότητας και έχει την πλήρη στήριξη της ΕΕ.
pronunciation pronunciation pronunciation err
That is a clear political will; that is a light which, especially for the people, constitutes a signal.
Αυτή είναι μια ξεκάθαρη πολιτική βούληση, δηλαδή ένα φως που, ειδικά για το λαό, αποτελεί ένα σήμα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The conference was held directly under the auspices of the Presidency and constituted one of the Presidential events.
Αυτή η διάσκεψη διεξήχθη απευθείας υπό την αιγίδα της Προεδρίας και αποτέλεσε ένα από τα προεδρικά γεγονότα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Furthermore, it constitutes unfair competition for those fishers and commercial players who abide by the rules laid down in law.
Επιπλέον, συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό για τους αλιείς και τους εμπορικούς παράγοντες που συμμορφώνονται προς τους κανόνες που ορίζονται από τη νομοθεσία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The report constitutes an important and strategic statement by the Commission on a key aspect of the 'Better Lawmaking' programme.
" έκθεση αποτελεί σημαντική και στρατηγική τοποθέτηση της Επιτροπής επί μιας βασικής πλευράς του προγράμματος για "βελτίωση της νομοθεσίας".
pronunciation pronunciation pronunciation err
in writing. (SV) Nuclear weapons constitute a global threat to the world's population.
γραπτώς. - (SV) Τα πυρηνικά όπλα αποτελούν παγκόσμια απειλή κατά του πληθυσμού του πλανήτη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
As Mr Hintze has just stressed, Airbus' ability to deliver 434 new aircraft last year constitutes a record.
Πέρυσι, η Airbus παρέδωσε 434 καινούργια αεροσκάφη, αριθμό ρεκόρ, όπως υπογράμμισε ήδη ο κ. Hintze. "
pronunciation pronunciation pronunciation err
These changes challenge traditional understanding of what constitutes EU production and the EU's economic interests.
Οι αλλαγές αυτές θέτουν υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με την κοινοτική παραγωγή και τα κοινοτικά οικονομικά συμφέροντα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In response to Mr Arnaoutakis, I note that subsidising fuel and energy costs constitutes operating aid.
Απαντώντας στον κ. Αρναουτάκη, θέλω να σημειώσω ότι η επιδότηση καυσίμων και του κόστους ενέργειας συνιστά λειτουργική ενίσχυση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In this context, genetically modified organisms always constitute a major problem in organic farming.
Σε αυτό το πλαίσιο οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί συνιστούν πάντα ένα μείζον πρόβλημα της βιολογικής γεωργίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Firstly, penalties: trafficking in human beings constitutes a very serious offence, and it must be punished accordingly.
Πρώτον, ως προς τις ποινές: η εμπορία ανθρώπων συνιστά σοβαρότατο αδίκημα, και πρέπει να τιμωρείται αναλόγως.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This will constitute the 'Europe 2020' strategy.
Αυτοί θα αποτελέσουν τη στρατηγική "Ευρώπη 2020".
pronunciation pronunciation pronunciation err
The June List defends copyright protection but believes that the Commission's proposal constitutes a threat to democracy.
" Λίστα του Ιουνίου υπερασπίζεται την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας αλλά πιστεύει ότι η πρόταση της Επιτροπής συνιστά απειλή στη δημοκρατία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Educational campaigns and promotion of physical activity seem to constitute the best approach.
Οι εκπαιδευτικές εκστρατείες και η προώθηση της σωματικής δραστηριότητας φαίνεται ότι αποτελούν την καλύτερη προσέγγιση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Another issue to which I would draw your attention is that obesity certainly does constitute a disease.
Ένα ακόμη ζήτημα στο οποίο θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας είναι το γεγονός ότι η παχυσαρκία οπωσδήποτε αποτελεί ασθένεια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Therefore, I fully agree with the rapporteur that the 'present report constitutes a further step of a continuous effort.
Γι' αυτό, συμφωνώ απόλυτα με τον εισηγητή ότι "η παρούσα έκθεση αποτελεί ένα περαιτέρω βήμα στο πλαίσιο μιας συνεχούς προσπάθειας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I hope that during the negotiations, these issues, which constitute sizeable problems for thousands of European companies, will be resolved.
Ελπίζω ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αυτά τα ζητήματα, τα οποία αποτελούν σημαντικά προβλήματα για χιλιάδες ευρωπαϊκές εταιρείες, θα επιλυθούν.
pronunciation pronunciation pronunciation err
There are certain areas where I would like us to be able to go a bit further, but overall this constitutes a step in the right direction.
Υπάρχουν ορισμένοι τομείς με τους οποίους θα ήθελα να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο αλλά, συνολικά, αυτό συνιστά ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Together with the ACP countries, we 27 EU countries constitute a dominant group within the World Trade Organisation.
Μαζί με τις χώρες ΑΚΕ, οι 27 χώρες της ΕΕ συνιστούν μια κυρίαρχη ομάδα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In fact there was one fatality last week which constitutes, in my view, a war crime under international law.
Μάλιστα σημειώθηκε ένας θάνατος την περασμένη εβδομάδα, γεγονός που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, έγκλημα πολέμου σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for constitute
1. found: establish, create, develop, organise, organize
2. empower: commission, appoint, authorise, authorize, delegate
3. draft: enact, decree, legislate, order
4. make up: compound, frame, compose, aggregate
Verb forms for constitute
Present participle: constituting
Present: constitute (3.person: constitutes)
Past: constituted
Future: will constitute
Present conditional: would constitute
Present Perfect: have constituted (3.person: has constituted)
Past Perfect: had constituted
Future Perfect: will have constituted
Past conditional: would have constituted