decree in Greek and example sentences

decree in Greek

Pronunciation
ουσ. διάταγμα, ψήφισμα
ρήμ. θεσπίζω, διατάσσω, εκδίδω διάταγμα

Example Sentences

To believe that a decree from Brussels or Strasbourg could change that is quite incredible and very detached from reality.
Να πιστεύουμε ότι ένα ψήφισμα από τις Βρυξέλες ή το Στρασβούργο μπορεί να το αλλάξει αυτό είναι εντελώς απίστευτο και πολύ μακριά από την πραγματικότητα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We have also asked about the situation in the 17 regions of Italy that are not affected by the emergency decree.
Ρωτήσαμε, επίσης, για την κατάσταση στις 17 περιφέρειες της Ιταλίας που δεν επηρεάζονται από το έκτακτο διάταγμα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The national President of Unicef has also firmly rejected the substance of this decree.
Ο πρόεδρος της Unicef στην Ιταλία, επίσης, απέρριψε σθεναρά την ουσία αυτού του ψηφίσματος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
After all, Mr Juncker and his colleagues have decreed, without tolerating any opposition, that the Belgian monarchy must be sustained.
Εξάλλου, ο κ. Juncker και οι συνάδελφοί του έχουν αποφανθεί, χωρίς να ανέχονται την παραμικρή διαφωνία, ότι η βελγική μοναρχία πρέπει να διατηρηθεί.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The moratorium on youth executions, decreed by Iran's Chief Judiciary, is blatantly and repeatedly violated by his own judges.
Το δικαιοστάσιο στις εκτελέσεις νέων, που αποφάσισε η ανώτατη δικαστική αρχή του Ιράν, παραβιάζεται κατάφωρα και επανειλημμένα από τους δικούς του δικαστές.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Bulgaria is a Christian country and has no decrees on nationwide observance of Muslim feasts.
" Βουλγαρία είναι χριστιανική χώρα και δεν διαθέτει διατάγματα για την τήρηση μουσουλμανικών εορτών σε εθνικό επίπεδο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Greece implemented the above-mentioned Directive through Presidential Decree No 164/2004 concerning the public sector.
" Ελλάδα εφάρμοσε την προαναφερθείσα οδηγία μέσω του προεδρικού διατάγματος αριθ. 164/2004 για τον δημόσιο τομέα. "
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Commission carried out a thorough analysis of this Decree and concluded that it was compatible with the requirements of the Directive.
Επιτροπή προέβη σε επισταμένη ανάλυση του εν λόγω διατάγματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι συμβατό με τις απαιτήσεις της οδηγίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
He stated that the decrees of President Beneš were incompatible with EU law.
Δήλωσε ότι τα διατάγματα του προέδρου Beneš ήταν ασύμβατα με το κοινοτικό δίκαιο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The conclusion was that the European Commission considers the issue of the decrees of President Beneš to be resolved and closed.
Το συμπέρασμα ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί επιλυμένο και λήξαν το ζήτημα των διαταγμάτων του προέδρου Beneš.
pronunciation pronunciation pronunciation err
There are special hudud decrees for this purpose.
Για τον σκοπό αυτόν υπάρχουν ειδικοί κανόνες hudud.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Directive 38 of 2004 clearly explains these situations and the Italian Government Decree exceeds the spirit of the European Directive.
" οδηγία 38 του 2004 περιγράφει σαφώς αυτές τις περιπτώσεις και το διάταγμα της ιταλικής κυβέρνησης υπερβαίνει το πνεύμα της ευρωπαϊκής οδηγίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We will continue to monitor the situation, pending the examination of the decree by the Italian Parliament.
Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την κατάσταση, εν αναμονή της εξέτασης του διατάγματος από το ιταλικό κοινοβούλιο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We are also worried about some racist and xenophobic demonstrations that have accompanied the introduction of the decree in Italy.
Μας ανησυχούν επίσης ορισμένες ρατσιστικές και ξενόφοβες εκδηλώσεις που συνέπεσαν με τη δημοσίευση του διατάγματος στην Ιταλία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Italian authorities officially notified the Commission of the text of the decree on 7 November 2007.
Οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν επισήμως στην Επιτροπή το κείμενο του διατάγματος στις 7 Νοεμβρίου 2007.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The decree must be adopted by the Italian Parliament within 60 days.
Το διάταγμα πρέπει να εγκριθεί από το ιταλικό κοινοβούλιο εντός 60 ημερών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mr Guidoni, the decree you are attacking is a decree of your own government, so we need some clarification here.
Κύριε Guidoni, το διάταγμα στο οποίο επιτίθεστε είναι ένα διάταγμα της κυβέρνησής σας, οπότε απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις εν προκειμένω.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The dramatic events of last October persuaded the government to convert it into a decree-law, which immediately began to have an effect.
Τα δραματικά γεγονότα του περασμένου Οκτωβρίου έπεισαν την κυβέρνηση να την μετατρέψει σε νομοθετικό διάταγμα, το οποίο τέθηκε αμέσως σε ισχύ.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I don't want this decree to become a dangerous precedent that would question the very respect of the Union's fundamental principles.
Δεν θέλω το διάταγμα αυτό να αποτελέσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο που θα αμφισβητούσε τον ίδιο τον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών της Ένωσης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This decree has allowed abuses that certain Romanian citizens have already suffered.
Το εν λόγω διάταγμα έχει επιτρέψει καταχρήσεις τις συνέπειες των οποίων έχουν υποστεί ήδη ορισμένοι ρουμάνοι πολίτες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for decree
1. edict: pronouncement, proclamation, declaration, mandate, judgment, ruling, order
2. proclaim: announce, declare, pronounce
Verb forms for decree
Present participle: decreeing
Present: decree (3.person: decrees)
Past: decreed
Future: will decree
Present conditional: would decree
Present Perfect: have decreed (3.person: has decreed)
Past Perfect: had decreed
Future Perfect: will have decreed
Past conditional: would have decreed