enact in Greek and example sentences

enact in Greek

Pronunciation
ρήμ. θεσπίζω, νομοθετώ, εκτελώ, παριστάνω

Example Sentences

The European Parliament enacts regulations on nature protection, European motorways are being built, but investment in health is overlooked.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεσπίζει κανονισμούς σχετικά με την προστασία της φύσης, κατασκευάζονται ευρωπαϊκοί αυτοκινητόδρομοι, ωστόσο, οι επενδύσεις στην υγεία αγνοούνται. "
pronunciation pronunciation pronunciation err
One of the most important prerogatives of this Parliament, upon which Mr Bösch will undoubtedly elaborate, is the right to enact the Budget.
Ένα από τα πιο σημαντικά δικαιώματα του Κοινοβουλίου, σχετικά με το οποίο αναμφίβολα θα μιλήσει ο κ. Bösch, είναι το δικαίωμα θέσπισης του προϋπολογισμού.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It obviously makes no sense to enact a regulation that is only relevant to international passengers.
Φυσικά δεν έχει νόημα η έγκριση ενός κανονισμού που έχει σημασία μόνο για τους διεθνείς επιβάτες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Europe has come to recognise that it cannot enact laws that permit ending a human life by violent means.
Ευρώπη έχει πλέον αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να θεσπίζει νόμους που επιτρέπουν τον τερματισμό της ανθρώπινης ζωής με βίαια μέσα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
That would be a very serious matter because we have never done anything here but enact competition rules and methods for controlling them.
Αυτό συνιστά πολύ σοβαρό ζήτημα γιατί δεν κάναμε ποτέ τίποτα άλλο από το να εφαρμόζουμε τους κανόνες του ανταγωνισμού και τις μεθόδους ελέγχου τους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is not enough that 86% of the laws ratified in the German Bundestag are now enacted in Brussels.
Δεν αρκεί το γεγονός ότι το 86% των νόμων που επικυρώνονται στη γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή θεσπίζονται πλέον στις Βρυξέλλες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In actual fact, what we have here is a kind of extraterritorial US law, enacted jointly with Britain.
Στην πραγματικότητα, εδώ έχουμε ένα είδος εξωεδαφικής νομοθεσίας των "ΠΑ που αποφασίστηκε από κοινού με τους Βρετανούς.
pronunciation pronunciation pronunciation err
There have been many changes since the Directive was enacted.
Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που εκδόθηκε η οδηγία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We call on the State authorities to ratify the UN Convention on abduction by force and to enact the implementing provisions.
Απαιτούμε από τις κρατικές αρχές να επικυρώσουν τη Σύμβαση του Ο"Ε για τις βίαιες απαγωγές και να εκδώσουν τις εκτελεστικές διατάξεις.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is laws that, when enacted through parliaments, serve as a guarantee to the citizen of democratic legitimacy.
Οι νόμοι που εκδίδονται από τα κοινοβούλια είναι για τον πολίτη εχέγγυο δημοκρατικής νομιμότητας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Policies enacted within the Union also have effect outside the Union.
Οι πολιτικές που θεσπίζονται εντός της Ένωσης έχουν επιπτώσεις και εκτός αυτής.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I believe that is the purpose of this agreement, but in that case, we also want it to be enacted as an appropriate law.
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο σκοπός της παρούσας συμφωνίας, στην περίπτωση όμως αυτήν θέλουμε επίσης να θεσπιστεί όπως ένας σωστός νόμος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Frequently Member States make use of their right to enact stricter regulations securing a higher level of protection for consumers.
Τα κράτη μέλη ασκούν συχνά το δικαίωμά τους για θέσπιση αυστηρότερων ρυθμίσεων που διασφαλίζουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας για τους καταναλωτές.
pronunciation pronunciation pronunciation err
All the same, we must not content ourselves with enacting European law to ensure greater safety.
Φυσικά, δεν πρέπει να αρκεστούμε στη δημιουργία ευρωπαϊκού δικαίου για περισσότερη ασφάλεια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It means ecological progress for Europe, and we can be proud of ourselves if we succeed in enacting it and setting it in motion.
Φέρνει οικολογική πρόοδο για την Ευρώπη και, αν την ενσωματώσουμε στη νομοθεσία και τη δρομολογήσουμε, θα μπορούμε να νιώθουμε υπερήφανοι.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Where there is no collective bargaining, regulations must be enacted by the State.
Όπου δεν υπάρχουν συλλογικές διαπραγματεύσεις, πρέπει να θεσπιστούν κανονισμοί από το κράτος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
No Member State may enact laws that contradict these documents.
Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή νόμους που αντιβαίνουν σε αυτά τα έγγραφα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
And like all other chauvinists, they must be challenged and appropriate laws enacted against them.
Και όπως όλοι οι άλλοι σοβινιστές, πρέπει να αντιμετωπιστούν και να θεσπιστούν κατάλληλοι νόμοι εναντίον τους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
If the Council fails to act during these 30 days, the measures enacted by the Commission will then lapse.
Αν το Συμβούλιο δεν αντιδράσει εντός 30 ημερών, τότε καταπίπτουν τα μέτρα που εφάρμοσε η Επιτροπή.
pronunciation pronunciation pronunciation err
One of the international trade actors which have enacted additional and counterproductive trade barriers is Russia.
Ένας από τους διεθνείς παράγοντες του εμπορίου που έχει θεσπίσει πρόσθετους και αντιπαραγωγικούς φραγμούς στο εμπόριο είναι η Ρωσία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for enact
1. accomplish: perform, act, personify, achieve, execute, act out, do
2. make into law: legislate, establish, dictate, decree, order, sanction
Verb forms for enact
Present participle: enacting
Present: enact (3.person: enacts)
Past: enacted
Future: will enact
Present conditional: would enact
Present Perfect: have enacted (3.person: has enacted)
Past Perfect: had enacted
Future Perfect: will have enacted
Past conditional: would have enacted