establish in Greek and example sentences

establish in Greek

Pronunciation
ρήμ. ιδρύω, εγκαθιστώ, αποδεικνύω, καθιερώνω

Example Sentences

Before too long, I would pick up a sword, join the army and eventually establish a military dictatorship.
Σύντομα, θα έπαιρνα ένα σπαθί, θα έμπαινα στο στρατό και τελικά θα ίδρυα μια στρατιωτική δικτατορία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Marisa's task was to help the village's women to establish better health and hygiene for women and houses.
Το έργο της Μαρίσα ήταν να βοηθήσει τις γυναίκες του χωριού να καθιερώσουν καλύτερη υγεία και υγιεινή για γυναίκες και σπίτια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Federal Republic of Germany was established in 1949.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ιδρύθηκε το 1949.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The school was established in 1650.
Αυτό το σχολείο ιδρύθηκε το 1650.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This company was established in 1930.
Αυτή η εταιρία ιδρύθηκε το 1930.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Within CARS 21 we have established the basic conditions for a forward-looking car industry and are constantly improving them.
Στο πλαίσιο του CARS 21 θεσπίσαμε τους βασικούς όρους για μια αυτοκινητοβιομηχανία που κοιτάζει μπροστά και τους βελτιώνουμε ολοένα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
As far as the car industry is concerned, we have established excellent cooperation among the different parties.
Όσον αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, έχουμε δημιουργήσει εξαιρετική συνεργασία μεταξύ των διαφόρων μερών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Therefore we welcome decisions which aim to establish pan-European frameworks of action.
Συνεπώς, χαιρετίζουμε αποφάσεις που στοχεύουν στην καθιέρωση πανευρωπαϊκών πλαισίων δράσης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It will be straightforward to establish a technical standard for this.
Θα είναι έντιμο να καθιερώσουμε ένα τεχνικό πρότυπο για αυτό.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We are therefore establishing a sphere of influence and thus doing something ourselves which we sharply criticise in others.
Επομένως, δημιουργούμε μια σφαίρα επιρροής και κάνουμε έτσι κάτι το οποίο επικρίνουμε έντονα στους άλλους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Absolutely no strategy for dealing with rising unemployment was established at that summit.
Στην εν λόγω σύνοδο κορυφής δεν θεσπίσθηκε καμία απολύτως στρατηγική για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ανεργίας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
To put it rather imprecisely, these are also monopolistic bodies, which have been established over a period of decades.
Θα έλεγα, μιλώντας με όχι και τόσο μεγάλη ακρίβεια, ότι οι τελευταίες είναι και αυτές μονοπωλιακοί φορείς που έχουν συσταθεί σε μια περίοδο δεκαετιών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The suggestion concerns only first 3 years of the activity of a newly established SME.
Η πρόταση αφορά μόνο τα τρία πρώτα έτη της δραστηριότητας νέων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
   The financial effect of the proposal to increase the fees payable to the European Medicines Agency (EMEA) has not yet been established.
   Οι οικονομικές συνέπειες της πρότασης για αύξηση των τελών που καταβάλλονται στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Αξιολόγησης Φαρμάκων (ΕΟΑΦ) δεν έχουν αποσαφηνιστεί ακόμα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
At the same time, cooperation should be established with such countries within their own borders.
Συγχρόνως, πρέπει να εδραιωθεί η συνεργασία με τις χώρες αυτές εντός των συνόρων τους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I believe that the European Parliament budget ought to be set on the basis of needs that have been established following careful evaluation.
Εκτιμώ ότι ο προϋπολογισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να καταρτιστεί με βάση τις ανάγκες που καθορίζονται μετά από προσεκτική αξιολόγηση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
   Mr De Rossa, I am prepared to change the rules we have established.
   Κύριε De Rossa, είμαι διατεθειμένος να αλλάξω τους κανόνες που έχουμε θεσπίσει.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Member States must establish appropriate penalties, in line with their national laws.
Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν προσήκουσες κυρώσεις, σύμφωνα με τους εθνικούς τους νόμους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
However, the principles that should be taken into account when establishing the rules to apply can be briefly outlined.
Ωστόσο, οι αρχές που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη θέσπιση των κανόνων που θα ισχύσουν μπορούν να περιγραφούν συνοπτικά.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Commission follows with interest the attempts by institutions and individuals in ASEAN countries to establish a human rights mechanism.
Η Επιτροπή παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις προσπάθειες θεσμικών οργάνων και ιδιωτών στις χώρες ASEAN να θεσπίσουν έναν μηχανισμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Verb forms for establish
Present participle: establishing
Present: establish (3.person: establishes)
Past: established
Future: will establish
Present conditional: would establish
Present Perfect: have established (3.person: has established)
Past Perfect: had established
Future Perfect: will have established
Past conditional: would have established