overwhelm in Greek and example sentences

overwhelm in Greek

Pronunciation
ρήμ. καταβάλλω, κατασκλαβώνω, καταπιέζω, κατακλύζω

Example Sentences

Otherwise, girls could feel a bit overwhelmed, or turn very timid.
Διαφορετικά, τα κορίτσια μπορεί να αισθανθούν λιγάκι πιεσμένες, ή να ντραπούν.
pronunciation pronunciation pronunciation err
You even threw out his seven-year budget – his precious rescue attempt – with an overwhelming vote on the Böge report.
Απορρίψατε ακόμα και τον επταετή προϋπολογισμό του –την πολύτιμη σανίδα σωτηρίας του– εγκρίνοντας με συντριπτική πλειοψηφία την έκθεση Böge.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The overwhelming majority of this House are in favour of the Constitution.
Η συντριπτική πλειονότητα αυτού του Σώματος τάσσεται υπέρ του Συντάγματος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The overwhelming majority of the Member States are in favour of the Constitution.
Η συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών τάσσεται υπέρ του Συντάγματος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The overwhelming majority of the Commission are in favour of the Constitution.
Η συντριπτική πλειονότητα της Επιτροπής τάσσεται υπέρ του Συντάγματος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Moreover, we all realise of course that the overwhelming majority of accidents are primarily caused by human error or carelessness.
Επιπλέον, αντιλαμβανόμαστε όλοι δυστυχώς ότι η συντριπτική πλειονότητα των ατυχημάτων προκαλούνται πρωτίστως από ανθρώπινο λάθος ή απροσεξία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
As far as the overwhelming majority of its citizens are concerned, the European Union is not, and should not be, a political state.
Όσον αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, ένα πολιτικό κράτος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I ask you to find a solution for the Irish, while respecting the will of the overwhelming majority of Europeans, which also counts.
Σας ζητώ να βρείτε μια λύση για τους Ιρλανδούς, σεβόμενος παράλληλα τη συντριπτική πλειονότητα των Ευρωπαίων, κάτι που επίσης μετράει.
pronunciation pronunciation pronunciation err
For the overwhelming majority of Belarusians who desperately need free contacts with the West, that cost would be prohibitive.
Για τη συντριπτική πλειονότητα των Λευκορώσων, που νιώθουν την τεράστια ανάγκη ελεύθερων επαφών με τη Δύση, αυτό το κόστος είναι απαγορευτικό.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Congratulations to this committee, which adopted Mr Søndergaard's report by an overwhelming majority - 27:2.
Συγχαρητήρια στην επιτροπή που ενέκρινε την έκθεση του κύριου Søndergaard με συντριπτική πλειοψηφία - 27:2.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We must be more ambitious than that, otherwise emissions from these countries will overwhelm us in the future.
Πρέπει να είμαστε περισσότερο φιλόδοξοι, διαφορετικά οι εκπομπές από αυτές τις χώρες θα μας κατακλύσουν στο μέλλον.
pronunciation pronunciation pronunciation err
At one end of the globe, there is the overwhelming influence and shadow of the only surviving superpower.
Στη μία άκρη του πλανήτη, υπάρχει η σαρωτική επιρροή και σκιά της μοναδικής πλέον εναπομείνασας υπερδύναμης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In offices, schools and homes we all spend the overwhelming majority of our time in enclosed spaces.
Σε γραφεία, σχολεία και σπίτια δαπανούμε όλοι μας τη συντριπτική πλειονότητα του χρόνου μας σε εσωτερικούς χώρους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The Commission welcomes Parliament's overwhelming support for this report.
" Επιτροπή χαιρετίζει τη θερμή στήριξη του Κοινοβουλίου για αυτήν την έκθεση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Since then, for 13 years, the overwhelming majority of the UN has been ready to vote for this great principle of civilisation.
Από τότε, επί 13 έτη, η συντριπτική πλειοψηφία του Ο"Ε ήταν έτοιμη να εγκρίνει αυτήν τη μεγάλη αρχή του πολιτισμού.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mr President, I rise with pride that this House voted for this report with an overwhelming majority.
Κύριε Πρόεδρε, επευφημώ το γεγονός ότι αυτή η Βουλή ψήφισε για αυτή την έκθεση με μία ανέλπιστα μεγάλη πλειοψηφία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
However, despite some positive proposals, these are regrettably overwhelmed by those which the European Parliament regards as negative.
Εντούτοις, παρά την ύπαρξη μερικών θετικών προτάσεων, αυτές υπερκαλύπτονται δυστυχώς από αυτές που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ως αρνητικές.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Hopefully today's vote will be sufficiently overwhelming to finally achieve what we thought we had managed 25 years ago.
Με τη σημερινή ψηφοφορία ελπίζουμε ότι θα πετύχουμε επιτέλους αυτό που νομίζαμε ότι είχαμε επιτύχει 25 χρόνια πριν.
pronunciation pronunciation pronunciation err
They are completely overwhelmed by the labelling jungle.
Συνθλίβονται πλήρως από τη ζούγκλα των σημάνσεων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
in writing. The Socialist group has approved this resolution by an overwhelming majority.
γραπτώς. - (EN) " Σοσιαλιστική Ομάδα ενέκρινε αυτό το ψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Dictionary Extension
Share this page
Synonyms for overwhelm
1. drown: overflow, bury, submerge, deluge, cover, waste, inundate
2. defeat: rout, crush, overthrow, knock over, prostrate, overcome
3. puzzle: bewilder, confound, confuse, surprise
Verb forms for overwhelm
Present participle: overwhelming
Present: overwhelm (3.person: overwhelms)
Past: overwhelmed
Future: will overwhelm
Present conditional: would overwhelm
Present Perfect: have overwhelmed (3.person: has overwhelmed)
Past Perfect: had overwhelmed
Future Perfect: will have overwhelmed
Past conditional: would have overwhelmed