rancor in Greek

Pronunciation
ουσ. μίσος, μνησικακία, άχτι, εχθροπάθεια, έχθρα
Example Sentences
This has understandably led to rancour, especially in Russia.
Αυτό έχει δικαίως προκαλέσει δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα στη Ρωσία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Share this page
Dictionary Extension
Related Greek Translations
rancorous επίθ. μνησίκακος, εχθροπαθής, μοχθηρός
rancorously κακόβουλα, μνησίκακα, εκδικητικά