rancor in Greek

Pronunciation
ουσ. μίσος, μνησικακία, άχτι, εχθροπάθεια, έχθρα
Expressions
noun: a feeling of deep and bitter anger and ill-will
Share this page
Related Greek Translations
rancorous επίθ. μνησίκακος, εχθροπαθής, μοχθηρός
rancorously κακόβουλα, μνησίκακα, εκδικητικά