recklessness in Greek

Pronunciation
ουσ. απερισκεψία, θράσος, απροσεξία
Example Sentences
This would be a form of deceit and would lead to recklessness in consumption and risk-bearing investment.
Μία τέτοια αισιοδοξία αποτελεί απάτη και συμβάλλει στην αλόγιστη κατανάλωση και στην πραγματοποίηση επικίνδυνων επενδύσεων.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Share this page
Dictionary Extension
Synonyms for recklessness
desperation: carelessness, trouble, frenzy