English - Greek - have my head screwed on
τα έχω τετρακόσια
ρήμ. έχω, κατέχω, λαμβάνω, αναγκάζομαι, γαμώ
αντων. δικός μου, μου
ουσ. κεφάλι, κεφαλή, αρχηγός
ρήμ. ηγούμαι, είμαι επικεφαλής, είμαι επί κεφαλής, είμαι αρχηγός
[screw] ρήμ. βιδώνω, στίβω, γαμώ, συνουσιάζομαι
επίρ. κατά συνέχεια
πρόθ. επί, επάνω, εις, προς, κατά, εμπρός


Share this page
Dictionary Extension