English - Greek - pussy foot Pronunciation
ρήμ. περπατώ στισ μύτεσ
ουσ. γατίτσα, μουνί
επίθ. πυώδησ
ουσ. πρόποδες, πόδι, πους, βάση, άκρο
ρήμ. πεζοπορώ, αθροίζω, αθροίζω και σημειώνω (το σύνολο), πατώ


Share this page
Dictionary Extension