Job in Greek

Pronunciation
[job] ουσ. ιώβ, εργασία, επάγγελμα, δουλειά, θέση
ρήμ. διαπραγματεύομαι αξίες
επίθ. υπομονετικός άνθρωπος

Example Sentences

It was his job to eat bits of my food before I did, to make sure that it wasn’t poisoned.
Ήταν δική του δουλειά να δοκιμάζει κομμάτια από το φαγητό μου πριν από εμένα, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχαν δηλητήριο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I was barely a teenager and, as if I didn't already have enough to worry about, I had been given the big job of ruling my country.
όλις είχα μπει στην εφηβεία και, σαν να μην ήταν αυτό ήδη αρκετό για να ανησυχώ, μου είχε δοθεί η σπουδαία αποστολή να κυβερνώ την χώρα μου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Ptolemy now wanted the job we shared, all to himself.
Ο Πτολεμαίος τώρα επιθυμούσε τη δουλειά που μοιραστήκαμε, όλη για τον εαυτό του.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I needed to attend to many jobs before the evening feast began.
Έπρεπε να κάνω πολλές δουλειές προτού ξεκινήσει η βραδινή γιορτή.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mother’s job was to create great paintings on the walls throughout the palace.
Η δουλειά της μητέρας μου ήταν να καλλιτεχνεί μεγάλες τοιχογραφίες σε όλους τους τοίχους του παλατιού.
pronunciation pronunciation pronunciation err
As for me, I had two very special jobs in the household of Cleopatra.
Όσο για μένα, είχα δύο πολύ ιδιαίτερες δουλειές στο παλάτι της Κλεοπάτρας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It was my job to have a taste from each item on the plate.
Ήταν δική μου δουλειά να δοκιμάζω από κάθε φαγητό στο πιάτο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Now this might seem to be a dangerous job but in reality the risk to my health was minor.
Τώρα αυτό μπορεί να ακούγεται επικίνδυνη εργασία, αλλά στην πραγματικότητα ο κίνδυνος για την υγεία μου ήταν ασήμαντος.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In fact, I considered my job as taster to be a good one.
Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι η δουλειά μου ως δοκιμαστής ήταν καλή.
pronunciation pronunciation pronunciation err
All eyes were on me and I was accused of not doing my job properly.
Όλα τα μάτια ήταν πάνω μου και με κατηγορούσαν ότι δεν έκανα σωστά τη δουλειά μου.
pronunciation pronunciation pronunciation err

Synonyms

1. task: assignment, chore, duty, role
2. employment: vocation, business, position, post, billet, engagement, appointment
3. dupe: fool, gull, hoax



© dictionarist.com