occupation in Greek

Pronunciation
ουσ. ενασχόληση, επάγγελμα, κατοχή, ασχολία

Example Sentences

This does not give the impression that these individuals have freely chosen this occupation, but rather that they are slaves.
Αυτό δεν δίνει την εντύπωση ότι αυτά τα άτομα έχουν επιλέξει ελεύθερα αυτό το επάγγελμα αλλά ότι μάλλον είναι δούλοι.
pronunciation pronunciation pronunciation err
We should condemn the fact that the Chinese law legitimising the possible occupation of Taiwan hangs over Taiwan like a sword of Damocles.
Θα πρέπει να καταδικάσουμε το γεγονός ότι το κινεζικό δίκαιο που νομιμοποιεί την πιθανή κατοχή της Ταϊβάν επικρέμεται πάνω από την Ταϊβάν σαν Δαμόκλειος σπάθη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
During the deportations following the Soviet occupation, my parents were transported to Siberia in wagons for animals.
Κατά τη διάρκεια των απελάσεων μετά τη σοβιετική κατοχή, οι γονείς μου μεταφέρθηκαν στη Σιβηρία σε βαγόνια για ζώα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Lithuania immediately started to introduce social and economic reforms, the aim of which was to eliminate the remains of Soviet occupation.
Λιθουανία αμέσως άρχισε να εισάγει κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, στόχος των οποίων ήταν να εξαλειφθούν τα κατάλοιπα της σοβιετικής κατοχής.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Half a century ago, the Hungarian people rose up against the Communist dictatorship and against the occupation by a foreign power.
Πριν από μισό αιώνα, ο ουγγρικός λαός εξεγέρθηκε εναντίον της κομουνιστικής δικτατορίας και εναντίον της κατοχής από μια ξένη δύναμη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In relation to the occupation, I have spoken with many people from Ossetia and Abkhazia.
Όσον αφορά την κατοχή, συνομίλησα με πολλούς ανθρώπους από την Οσετία και την Αμπχαζία.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In neighbouring Lebanon, Syria was responsible for years of military occupation, for political assassinations and for arming Hezbollah.
Στον γειτονικό Λίβανο, η Συρία ήταν υπεύθυνη για χρόνια στρατιωτικής κατοχής, για πολιτικές δολοφονίες και για τον εφοδιασμό της Χεζμπολάχ με όπλα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
author. - (PL) Mr President, Tibet has been under Chinese occupation for over 50 years.
συντάκτης. - (PL) Κύριε Πρόεδρε, το Θιβέτ είναι υπό κινεζική κατοχή πάνω από 50 χρόνια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
They are certainly escaping from the brutality of China's occupation, but it is not necessarily as Mrs Sinnott suggests.
Σίγουρα δραπετεύουν από την κτηνωδία της κινεζικής κατοχής, όμως δεν είναι απαραίτητα έτσι όπως υποδηλώνει η κ. Sinnott.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The occupation, the separation wall, the siege of Gaza - the list goes on.
" κατοχή, το διαχωριστικό τείχος, η πολιορκία της Γάζας - και η λίστα συνεχίζεται.
pronunciation pronunciation pronunciation err

Synonyms

1. control: occupancy, possession, holding, tenure, ownership, use, tenancy
2. vocation: line, business, affair, calling, craft, job
3. invasion: capture, attack, seizure



© dictionarist.com