overpower in Greek

ρήμ. υπερισχύω, νικώ, δαμάζω, καταβάλλω, ακινητοποιώ

Example Sentences

Because, unfortunately, the forum was overpowered by very specific and special issues.
Γιατί δυστυχώς το φόρουμ καταδυναστεύτηκε από πολύ συγκεκριμένα και ειδικά θέματα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
However, their feeling of satisfaction would probably overpower their feeling of amazement.
Ωστόσο, το αίσθημα της ικανοποίησής τους θα υπερέβαινε πιθανόν το αίσθημα της κατάπληξης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
As a result, enlargement would be made considerably easier and any negative budgetary consequences for the EU would not be overpowering.
Πέραν αυτού, η μεταρρύθμιση θα διευκολύνει σημαντικά τη διεύρυνση χωρίς να καταστεί υπέρογκη η επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
pronunciation pronunciation pronunciation err


overcome: subdue, discomfit, stun, overwhelm

dictionary extension
© dictionarist.com