pay back in Greek

Pronunciation
ξαναπληρώνω, επιστρέφω δανεικά

Example Sentences

If Member States have to pay back the money, they will only fund the projects that they really need.
Εάν τα κράτη μέλη πρέπει να επιστρέψουν τα χρηματικά ποσά, θα χρηματοδοτούν μόνο τα έργα που χρειάζονται πραγματικά.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The schools often end up having to pay back large sums.
Τα σχολεία συχνά καταλήγουν να πρέπει να πληρώσουν μεγάλα ποσά πίσω.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It is therefore evident that this money must be paid back, and that this company must not receive any fresh funding.
Ως εκ τούτου είναι σαφές, πως τα ποσά αυτά πρέπει να επιστραφούν και ότι αυτή η επιχείρηση δε θα λάβει νέα κονδύλια.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Those that have progressed at the expense of others should pay back their debt without delay.
Αυτές που έχουν προοδεύσει εις βάρος των άλλων πρέπει να αποπληρώσουν το χρέος τους χωρίς καθυστέρηση.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Indeed, a tenth of the whole budget is in practice paid back to the Member States.
Στη πράξη το 1/10 ολόκληρου του προϋπολογισμού επιστρέφεται στα κράτη μέλη.
pronunciation pronunciation pronunciation err
These are decisive, especially when they have to pay back loans at a time of economic stagnation.
Αυτές είναι αποφασιστικές, ειδκά όταν πρέπει να αποπληρώσουν δάνεια σε μία εποχή οικονομικής στασιμότητας.
pronunciation pronunciation pronunciation err
I can state that we Social Democrats pay back everything apart from the actual travel costs.
Μπορώ να δηλώσω ότι εμείς οι Σοσιαλδημοκράτες επιστρέφουμε το σύνολο του ποσού εκτός από τις πραγματικές δαπάνες ταξιδίου.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Only EUR 709 million has been paid back, which demonstrates very clearly the difference in these circumstances.
Μόνο 709 εκατομμύρια ευρώ έχουν επιστραφεί, κάτι που καταδεικνύει σαφώς τη διαφορά στις εν λόγω συνθήκες.
pronunciation pronunciation pronunciation err
This is a loan that will be paid back in full, and at interest rates similar to the market rates Portugal was paying around a month ago.
Είναι ένα δάνειο που θα αποπληρωθεί στο ακέραιο και με επιτόκια παρόμοια με τα επιτόκια της αγοράς που κατέβαλλε η Πορτογαλία πριν ένα μήνα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
28 % of the investments which should have been paid back to the ECSC have not been received, and that amounts to ECU 1.68 million.
Το 28 % του ποσού των επενδύσεων, που έπρεπε να επιστραφεί στην ΕΚΑΧ, δηλαδή 1, 68 εκατομ. ECU, δεν έχει εισπραχθεί ακόμη.
pronunciation pronunciation pronunciation err

Synonyms

act or give recompense in recognition of someone's behavior or actions: move, repay, reward, act
take vengeance on or get even: get, pay, fix, pay off, get even, get back
dictionary extension
© dictionarist.com