weakening in Greek

Pronunciation
ουσ. αποδυνάμωση, αδυνάτισμα
επίθ. αδυνατίζων

Example Sentences

Weakening the competitiveness of air transport will hamper the EU still further on the world stage.
Η αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των αερομεταφορών θα υπονομεύσει περαιτέρω τη θέση της ΕΕ στον κόσμο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
   . It is positively scandalous that today sees Parliament considerably weakening existing air quality regulations.
   . – Είναι πραγματικά σκανδαλώδες το γεγονός ότι σήμερα το Κοινοβούλιο αποδυναμώνει σημαντικά τους ισχύοντες κανόνες για την ποιότητα του αέρα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
It was a step down the ladder which is weakening democracy in that country.
Ήταν ακόμη ένα σκαλί προς τα κάτω, που εξασθενίζει τη δημοκρατία στην εν λόγω χώρα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Consequently, its own commitment to democracy is, to that extent, weakened.
Κατά συνέπεια, η δική της δέσμευση στη δημοκρατία αποδυναμώνεται σε αυτό το σημείο.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Their proposals weaken civil rights and the privacy of citizens.
Οι προτάσεις τους αδποδυναμώνουν τα πολιτικά δικαιώματα και την ιδιωτική ζωή των πολιτών.
pronunciation pronunciation pronunciation err
In that way, we achieve the feat of weakening the EU's competitiveness two-fold by means of one and the same decision.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνουμε τον άθλο να εξασθενήσουμε το δίπτυχο της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας μέσω μίας και της αυτής απόφασης.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Mercosur, however, seems weakened by the asymmetry of its members and by their sometimes divergent interests.
Ωστόσο, η Mercosur φαίνεται εύθραυστη λόγω της ασυμμετρίας των μελών της και των ενίοτε αντικρουόμενων συμφερόντων τους.
pronunciation pronunciation pronunciation err
Instead, the European Union should focus on reviving a weakened Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE).
Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επικεντρωθεί στην αναβίωση του αποδυναμωμένου Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ).
pronunciation pronunciation pronunciation err
There is no benefit in the amendments, which only weaken the conclusions.
Δεν υπάρχει όφελος από τις τροπολογίες, οι οποίες απλά αποδυναμώνουν τα συμπεράσματα.
pronunciation pronunciation pronunciation err
The EU is thus not weakening development and the establishment of a viable agricultural sector in developing countries; quite the contrary.
ΕΕ δεν αποδυναμώνει, συνεπώς, την ανάπτυξη και τη δημιουργία ενός βιώσιμου γεωργικού τομέα στις αναπτυσσόμενες χώρες· το αντίθετο, μάλιστα. "
pronunciation pronunciation pronunciation err

Synonyms

becoming weaker: attenuation, debilitation, enfeeblement, downfall, shift, withering, relaxation, loosening, fading, exhaustion, fall, atrophy, slackening, enervation, transformation, transmutation
the act of reducing the strength of something: step-down, wilt, reduction, decrease, diminution, dilution, wilting, etiolation
moderating by making pain or sorrow weaker: moderating
causing debilitation: debilitative, enervating, debilitating, enfeebling


© dictionarist.com